pharmacy
phar
ˈfɑ:
faa
ma
cy
si
si

Ορισμός και σημασία του "pharmacy"στα αγγλικά

01

φαρμακείο, φαρμακευτικό κατάστημα

a shop where medicines are sold 
pharmacy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pharmacies
Παραδείγματα
She went to the pharmacy to pick up her prescription and consult the pharmacist about dosage. 

Πήγε στο φαρμακείο να πάρει τη συνταγή της και να συμβουλευτεί τον φαρμακοποιό για τη δοσολογία.

02

φαρμακευτική, φαρμακολογία

the science and practice of formulating and supplying medicines and drugs 
Παραδείγματα
She decided to study pharmacy because of her interest in medicine and helping people. 

Αποφάσισε να σπουδάσει φαρμακευτική λόγω του ενδιαφέροντός της για την ιατρική και τη βοήθεια προς τους ανθρώπους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store