pewter
pewter
pju:ta
pyoota
pesterpeterpelterpetter

Ορισμός και σημασία του "pewter"στα αγγλικά

01

κράμα κασσίτερου, pewter

a malleable alloy made primarily of tin with small amounts of copper, antimony, and other metals 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pewters
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store