pettifogger
pe
ˈpɛ
pe
tti
ti
fo
ˌfɒ
fo
gger

Ορισμός και σημασία του "pettifogger"στα αγγλικά

01

πρεσβευτής, ανέντιμος πολιτικός

a person (especially a lawyer or politician) who uses unscrupulous or unethical methods 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pettifoggers
02

μικροπρεπής δικηγόρος, ανέντιμος νομικός

a lawyer or legal professional who is petty, dishonest, or excessively concerned with trivial details 
αποδοκιμαστικό
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
That pettifogger kept arguing over every minor clause in the contract. 

Αυτός ο δικηγόρος που ασχολείται με μικροπράγματα συνέχιζε να διαφωνεί για κάθε μικρή ρήτρα της σύμβασης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pettifogger
pettifog
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store