Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pettifogger
01
πρεσβευτής, ανέντιμος πολιτικός
a person (especially a lawyer or politician) who uses unscrupulous or unethical methods
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pettifoggers
02
μικροπρεπής δικηγόρος, ανέντιμος νομικός
a lawyer or legal professional who is petty, dishonest, or excessively concerned with trivial details
αποδοκιμαστικό
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
That pettifogger kept arguing over every minor clause in the contract.
Αυτός ο δικηγόρος που ασχολείται με μικροπράγματα συνέχιζε να διαφωνεί για κάθε μικρή ρήτρα της σύμβασης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pettifogger
pettifog



























