Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to peter out
01
εξαντλούμαι, σταδιακά εξαφανίζομαι
to gradually end or fade away, often due to becoming weakened
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
peter
ενεστώτας
peter out
γ΄ ενικό πρόσωπο
peters out
ενεστώτα μετοχή
petering out
απλός αόριστος
petered out
παθητική μετοχή
petered out
Παραδείγματα
The trail peters out about half a mile up the mountain, making it difficult to follow.
Το μονοπάτι ξεθωριάζει περίπου μισό μίλι πάνω στο βουνό, κάνοντάς το δύσκολο να ακολουθηθεί.
02
εξαντλούμαι, σταδιακά εξαφανίζομαι
to gradually fade away to the point of stopping or disappearing
Παραδείγματα
After running the marathon, Sarah petered out and had to rest for the whole day.
Αφού έτρεξε το μαραθώνιο, η Σάρα εξαντλήθηκε και έπρεπε να ξεκουραστεί όλη την ημέρα.



























