Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Babirussa
01
μπαμπιρούσα, ινδονησιακό αγριογούρουνο με τεράστια καμπύλα κυνόδοντα
Indonesian wild pig with enormous curved canine teeth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
babirussas



























