pes
Pronunciation
/pˈɛs/
pedes

Ορισμός και σημασία του "pes"στα αγγλικά

01

πόδι, κάτω μέρος του ποδιού

the part of the leg of a human being below the ankle joint
pes definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pedes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store