Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perverted
01
διεστραμμένος, εκτρέπων
engaging in sexual behavior or thoughts that are considered abnormal, deviant, or inappropriate by societal standards
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most perverted
συγκριτικός βαθμός
more perverted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His perverted fascination with voyeurism crossed all boundaries of decency.
Η διεστραμμένη γοητεία του με τον ηδονοβλεψισμό ξεπέρασε όλα τα όρια της ευπρέπειας.
02
διεστραμμένος, εκτροπικός
deviating from what is considered moral or right or proper or good
03
διαστρεβλωμένος, παραποιημένος
having an intended meaning altered or misrepresented
Λεξικό Δέντρο
perverted
pervert



























