Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pervert
01
εκτρέπων, διεστραμμένος
a person accused of having inappropriate or disturbing sexual behavior
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
perverts
Παραδείγματα
Nobody wanted to be alone with a pervert.
Κανείς δεν ήθελε να μείνει μόνος με έναν ανώμαλο.
to pervert
01
διαστρέφω, παραποιώ
to change something so it no longer serves its original purpose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pervert
γ΄ ενικό πρόσωπο
perverts
ενεστώτα μετοχή
perverting
απλός αόριστος
perverted
παθητική μετοχή
perverted
Παραδείγματα
The regime tried to pervert history by rewriting the textbooks.
Το καθεστώς προσπάθησε να διαστρέψει την ιστορία ξαναγράφοντας τα σχολικά βιβλία.
02
διαστρεβλώνω, παραποιώ
practice sophistry; change the meaning of or be vague about in order to mislead or deceive
03
διαφθείρω, παραποιώ
to influence someone in a way that leads them to behave or think in an immoral manner
Παραδείγματα
The propaganda used by the regime sought to pervert the minds of the younger generation.
Η προπαγάνδα που χρησιμοποιήθηκε από το καθεστώς επιδίωκε να διαστρέψει τα μυαλά της νεότερης γενιάς.



























