Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Perversion
01
διαστρέβλωση, φθορά
the act of corrupting the original state of something
Παραδείγματα
His actions were seen as a perversion of the principles the organization was founded on.
Οι πράξεις του θεωρήθηκαν ως διαστρέβλωση των αρχών στις οποίες ιδρύθηκε ο οργανισμός.
02
διαστροφή, απαράδεκτη σεξουαλική συμπεριφορά
an unacceptable sexual behavior
Παραδείγματα
Her strict moral beliefs led her to condemn any form of sexual perversion.
Οι αυστηρές ηθικές της πεποιθήσεις την οδήγησαν να καταδικάσει κάθε μορφή σεξουαλικής διαστροφής.
03
παρέκκλιση, αντιστροφή
a curve that reverses the direction of something
Λεξικό Δέντρο
perversion
perverse



























