perusal
pe
rusal
ˈru:zl
roozl
recusalrefusal

Ορισμός και σημασία του "perusal"στα αγγλικά

01

προσεκτική ανάγνωση, λεπτομερής εξέταση

the action of reading something such as a document, paper, etc. very carefully 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
perusals

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store