perusal
Pronunciation
/pɝˈuzəɫ/

Ορισμός και σημασία του "perusal"στα αγγλικά

01

προσεκτική ανάγνωση, λεπτομερής εξέταση

the action of reading something such as a document, paper, etc. very carefully
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
perusals
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store