pertussis
per
tu
ˈtʌ
ta
ssis
sɪs
sis

Ορισμός και σημασία του "pertussis"στα αγγλικά

01

κοκκύτης, βίαιος βήχας

a contagious respiratory disease often characterized by violent coughs and breathing difficulties 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pertussis

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store