Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
persuasive
01
πειστικός, συναρπαστικός
capable of convincing others to do or believe something particular
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most persuasive
συγκριτικός βαθμός
more persuasive
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
communication, influence, cognition
Παραδείγματα
His persuasive arguments convinced the jury of the defendant's innocence.
Τα πειστικά του επιχειρήματα έπεισαν τους ένορκους για την αθωότητα του κατηγορούμενου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
persuasively
persuasiveness
unpersuasive
persuasive
persuade



























