Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to persuade
01
πείθω, προτρέπω
to make a person do something through reasoning or other methods
Ditransitive: to persuade sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
persuade
γ΄ ενικό πρόσωπο
persuades
ενεστώτα μετοχή
persuading
απλός αόριστος
persuaded
παθητική μετοχή
persuaded
Παραδείγματα
The company used a compelling advertising campaign to persuade consumers to try their new product.
Η εταιρεία χρησιμοποίησε μια πειστική διαφημιστική καμπάνια για να πείσει τους καταναλωτές να δοκιμάσουν το νέο προϊόν τους.
02
πείθω, διαπείθω
to cause someone to believe something or feel certain about it
Transitive: to persuade sb of sth
Παραδείγματα
The lawyer was able to persuade the jury of the defendant's innocence.
Ο δικηγόρος κατάφερε να πείσει την επιτροπή για την αθωότητα του κατηγορούμενου.
Λεξικό Δέντρο
persuadable
persuasion
persuasive
persuade



























