Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
persuadable
01
πειστέος, εύκολα επηρεάσιμος
prone to be easily persuaded
Παραδείγματα
The persuadable nature of the new employee made it easy for his colleagues to influence his decisions.
Η πειστική φύση του νέου υπαλλήλου έκανε εύκολο για τους συναδέλφους του να επηρεάσουν τις αποφάσεις του.
Λεξικό Δέντρο
unpersuadable
persuadable
persuade



























