Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to perspire
01
ιδρώνω, εφίδρωσα
to produce small drops of liquid on the surface of the skin, often as a result of physical exertion, anxiety, or heat
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
perspire
γ΄ ενικό πρόσωπο
perspires
ενεστώτα μετοχή
perspiring
απλός αόριστος
perspired
παθητική μετοχή
perspired
Παραδείγματα
We all perspired after running a marathon.
Όλοι ιδρώσαμε μετά από τη συμμετοχή μας σε μαραθώνιο.



























