Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
personally
01
προσωπικά, από την άποψή μου
used to show that the opinion someone is giving comes from their own viewpoint
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Personally, I do n’t find the movie as exciting as everyone else says.
Προσωπικά, δεν βρίσκω την ταινία τόσο συναρπαστική όσο λένε όλοι.
Παραδείγματα
I am speaking personally, not as a representative of the committee.
Μιλώ προσωπικά, όχι ως εκπρόσωπος της επιτροπής.
03
προσωπικά
in the flesh; without involving anyone else
04
προσωπικά, με προσωπικό τρόπο
in a personal way
05
προσωπικά, με προσωπικό τρόπο
in a personal way
Λεξικό Δέντρο
impersonally
personally
personal
person



























