personable
per
ˈpɜ:
so
nable
nəəbl
nēēbl

Ορισμός και σημασία του "personable"στα αγγλικά

personable
01

φιλικός, γοητευτικός

(of a person) having a charming personality and appearance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most personable
συγκριτικός βαθμός
more personable
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store