Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Baa
01
βελάσμα, βε
the sound that a sheep or lamb makes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
baas
to baa
01
βελάζω, κάνω μπε
to make the sheep sound
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
baa
γ΄ ενικό πρόσωπο
baas
ενεστώτα μετοχή
baaing
απλός αόριστος
baaed
παθητική μετοχή
baaed



























