Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to permeate
01
διαποτίζω, διεισδύω
to expand to every part of a thing
Transitive: to permeate a space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
permeate
γ΄ ενικό πρόσωπο
permeates
ενεστώτα μετοχή
permeating
απλός αόριστος
permeated
παθητική μετοχή
permeated
Παραδείγματα
The aroma of freshly brewed coffee permeated the entire kitchen, awakening the senses.
Το άρωμα του φρεσκοβρασμένου καφέ διαπέρασε όλη την κουζίνα, ξυπνώντας τις αισθήσεις.
02
διαπερνώ, εμποτίζω
to pass through a small space between objects or a gap in a surface
Transitive: to permeate sth
Παραδείγματα
As the rain continued, the dampness permeated the walls of the old house.
Καθώς η βροχή συνέχιζε, η υγρασία διείσδυσε στους τοίχους του παλιού σπιτιού.
Λεξικό Δέντρο
permeating
permeation
permeative
permeate
perme



























