Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to perk up
[phrase form: perk]
01
ζωντανεύω, ανακτώ τις δυνάμεις μου
to become more energetic or lively
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
perk
ενεστώτας
perk up
γ΄ ενικό πρόσωπο
perks up
ενεστώτα μετοχή
perking up
απλός αόριστος
perked up
παθητική μετοχή
perked up
Παραδείγματα
The plant began to perk up after I watered it.
Το φυτό άρχισε να ζωντανεύει αφού το πότισα.
02
ζωηρεύω, ενθαρρύνω
to make someone or something more alert
Παραδείγματα
A splash of cold water on my face always perks me up when I'm feeling drowsy.
Μια πιτσιλιά κρύο νερό στο πρόσωπό μου πάντα με ξυπνάει όταν νιώθω υπνηλία.



























