Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to perish
01
χάνω τη ζωή μου, πεθαίνω τραγικά
to lose one's life, often terribly or suddenly
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
perish
γ΄ ενικό πρόσωπο
perishes
ενεστώτα μετοχή
perishing
απλός αόριστος
perished
παθητική μετοχή
perished
Παραδείγματα
During natural disasters, people may tragically perish due to the force of the elements.
Κατά τις φυσικές καταστροφές, οι άνθρωποι μπορεί τραγικά να χάσουν τη ζωή τους λόγω της δύναμης των στοιχείων.
Λεξικό Δέντρο
perishable
perish



























