Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Periphery
01
περιφέρεια, άκρη
the line or space around the external part of a thing or place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peripheries
Λεξικό Δέντρο
periphery
periphe



























