periphery
pe
ri
ˈrɪ
ri
phe
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "periphery"στα αγγλικά

01

περιφέρεια, άκρη

the line or space around the external part of a thing or place 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peripheries
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store