performer
per
for
ˈfɔ:
faw
mer
perfumer

Ορισμός και σημασία του "performer"στα αγγλικά

01

καλλιτέχνης, ερμηνευτής

someone who entertains an audience, such as an actor, singer, musician, etc. 
performer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
performers
Παραδείγματα
She's a versatile performer who excels in both dramatic and comedic roles. 

Είναι μια πολυτάλαντη ερμηνεύτρια που διακρίνεται τόσο σε δραματικούς όσο και σε κωμικούς ρόλους.

02

ερμηνευτής, καλλιτέχνης

a person or thing that carries out an action or task in a particular way 
Παραδείγματα
The best performers in the class received awards. 

Οι καλύτεροι ερμηνευτές της τάξης έλαβαν βραβεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store