perforate
per
ˈpɜr
περρ
fo
φερ
rate
ˌreɪt
ρειτ
/pˈɜːfəɹˌe‍ɪt/

Ορισμός και σημασία του "perforate"στα αγγλικά

to perforate
01

τρυπώ, διατρυπώ

to create a series of holes in something, typically for the purpose of making separation or tearing easier
Transitive: to perforate paper or packaging
to perforate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
perforate
γ΄ ενικό πρόσωπο
perforates
ενεστώτα μετοχή
perforating
απλός αόριστος
perforated
παθητική μετοχή
perforated
Παραδείγματα
The artist perforated the cardboard for a unique pattern in the sculpture.
Ο καλλιτέχνης τρύπησε το χαρτόνι για ένα μοναδικό μοτίβο στη γλυπτική.
02

διατρυπώ, διαπερνώ

to pass or penetrate into something
Transitive: to perforate sth
Παραδείγματα
The screwdriver perforated the plastic cover as he assembled the furniture.
Ο κατσαβίδι τρύπησε το πλαστικό κάλυμμα καθώς συναρμολογούσε το έπιπλο.
01

διαπερασμένος, τρυπημένος

having a hole cut through
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most perforate
συγκριτικός βαθμός
more perforate
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store