Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to perforate
01
τρυπώ, διατρυπώ
to create a series of holes in something, typically for the purpose of making separation or tearing easier
Transitive: to perforate paper or packaging
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
perforate
γ΄ ενικό πρόσωπο
perforates
ενεστώτα μετοχή
perforating
απλός αόριστος
perforated
παθητική μετοχή
perforated
Παραδείγματα
The cashier perforated the receipt for easy tearing.
Ο ταμίας τρύπησε την απόδειξη για εύκολο σχίσιμο.
02
διατρυπώ, διαπερνώ
to pass or penetrate into something
Transitive: to perforate sth
Παραδείγματα
The needle perforated the fabric as she sewed the button onto the shirt.
Η βελόνα τρύπησε το ύφασμα καθώς έραβε το κουμπί στο πουκάμισο.
perforate
01
διαπερασμένος, τρυπημένος
having a hole cut through
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most perforate
συγκριτικός βαθμός
more perforate
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
materials, structure, manufacturing
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
perforated
perforation
perforate



























