Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perfectible
01
βελτιώσιμος
capable of becoming flawless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most perfectible
συγκριτικός βαθμός
more perfectible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
potential, quality, development
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
imperfectible
perfectibility
perfectible
perfect



























