perfectible
per
fec
ˈfɛk
fek
tible
tɪəbl
tiebl
correctablerespectablecollectablecollectible

Ορισμός και σημασία του "perfectible"στα αγγλικά

perfectible
01

βελτιώσιμος

capable of becoming flawless 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most perfectible
συγκριτικός βαθμός
more perfectible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
potential, quality, development

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

imperfectible
perfectibility
perfectible
perfect
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store