per capita
per
pəkæpɪtə
pēkāpitē
capita

Ορισμός και σημασία του "per capita"στα αγγλικά

01

ανά άτομο, κατά κεφαλήν

per person 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The income per capita in this country has increased significantly. 

Το εισόδημα ανά κατοίκιο σε αυτή τη χώρα έχει αυξηθεί σημαντικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store