Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pensively
01
σκεπτικά, μελαγχολικά
in a way that shows deep or serious thought, often with a touch of sadness or reflection
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He gazed pensively at the fading light over the hills.
Κοίταξε σκεπτικά το σβήνον φως πάνω από τους λόφους.
Λεξικό Δέντρο
pensively
pensive



























