Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Penitentiary
01
φυλακή, διορθωτικό ίδρυμα
a prison or correctional facility where individuals convicted of serious crimes are confined and undergo rehabilitation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
penitentiaries
Παραδείγματα
The notorious criminal was sentenced to life in the state penitentiary.
Ο διαβόητος εγκληματίας καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη στο κρατικό φυλακιστήριο.
penitentiary
01
μετανοητικός, εξιλεωτικός
showing or constituting penance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
επιθεωρησιακός, διορθωτικός
used for punishment or reform of criminals or wrongdoers



























