penitence
pe
ˈpɛ
pe
ni
ni
tence
təns
tēns

Ορισμός και σημασία του "penitence"στα αγγλικά

01

μετάνοια, τύψη

the action of feeling or expressing regret 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

impenitence
penitence
penit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store