Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Penitence
01
μετάνοια, τύψη
the action of feeling or expressing regret
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
impenitence
penitence
penit



























