pendulum
Pronunciation
/ˈpɛndʒəɫəm/

Ορισμός και σημασία του "pendulum"στα αγγλικά

01

εκκρεμές, περίκλινο

a device with a long thin bar and a weight at the end that swings side to side to keep a clock working
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pendulums
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store