Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pendulum
01
εκκρεμές, περίκλινο
a device with a long thin bar and a weight at the end that swings side to side to keep a clock working
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pendulums



























