Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
penal
01
ποινικός, κατασταλτικός
relating to punishment, especially by law or regulation
Παραδείγματα
Penal laws serve to deter individuals from engaging in criminal behavior by imposing consequences for wrongdoing.
Οι ποινικοί νόμοι εξυπηρετούν την αποτροπή των ατόμων από τη συμμετοχή σε εγκληματική συμπεριφορά επιβάλλοντας συνέπειες για αδικήματα.
02
ποινικός
(of an act or offense) subject to punishment by law
03
ποινικός
serving as or designed to impose punishment
Λεξικό Δέντρο
penalize
penally
penal



























