Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pens
Παραδείγματα
Can you lend me your red pen to fill out this form?
Μπορείς να μου δανείσεις το κόκκινο στυλό σου για να συμπληρώσω αυτή τη φόρμα;
02
περιφράγμα μωρού, χώρος παιχνιδιού για μωρά
a portable enclosure in which babies may be left to play
03
περίφραξη, στάνη
an enclosed area for keeping farm animals
Παραδείγματα
The pigs are sleeping in their pen.
Τα γουρούνια κοιμούνται στο κλουβί τους.
04
θηλυκή κύκνος, πέν
a female swan distinguished from the male swan by being smaller in size and having less prominent black knob on the beak
05
φυλακή, διορθωτικό ίδρυμα
a correctional institution for those convicted of major crimes
to pen
01
γράφω, συντάσσω
to write a letter, novel, play, etc.
Transitive: to pen a letter or literary piece
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
pen
γ΄ ενικό πρόσωπο
pens
ενεστώτα μετοχή
penning
απλός αόριστος
penned
παθητική μετοχή
penned
Παραδείγματα
She decided to pen a heartfelt letter expressing her gratitude to the person who had helped her.
Αποφάσισε να γράψει μια ειλικρινή επιστολή εκφράζοντας την ευγνωμοσύνη της προς το άτομο που την είχε βοηθήσει.



























