pelter
pelter
'pɛltə
πελτα
petterpewterpalterpeter

Ορισμός και σημασία του "pelter"στα αγγλικά

01

καταιγίδα, νερόκαμπο

a heavy rain 
pelter definition and meaning
02

εκτοξευτής βλημάτων, ρίπτης πυραύλων

a thrower of missiles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pelters

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pelter
pelt
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store