pellet
pe
ˈpɛ
pe
llet
lɪt
lit
pulletpalletpelmet

Ορισμός και σημασία του "pellet"στα αγγλικά

01

σκάγι, βλήμα

a solid missile discharged from a firearm 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pellets
02

στρογγυλεμένο κομμάτι, βώλος

a small, rounded or cylindrical piece of material, often used as fuel, food, or ammunition 
Παραδείγματα
He fed the fish with tiny pellets of food. 

Τάισαν τα ψάρια με μικρά σφαιρίδια τροφής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store