pelf
pelf
pɛlf
pelf
delfselfelfshelf

Ορισμός και σημασία του "pelf"στα αγγλικά

01

πλούτος, χρήματα

an archaic term for money, often used to imply wealth or riches 
pelf definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pelfs
Παραδείγματα
He accumulated considerable pelf through his various business dealings. 

Συσσώρευσε σημαντικό πλούτο μέσω των διαφόρων επιχειρηματικών του συναλλαγών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store