peignoir
peig
ˈpeɪ
pei
noir
nwɑ:
nvaa

Ορισμός και σημασία του "peignoir"στα αγγλικά

01

περιβολάκι

a long, loose-fitting dressing gown, usually worn by women after taking a bath or shower 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peignoirs
Παραδείγματα
She lounged in her luxurious silk peignoir, feeling elegant and glamorous. 

Ξεκουράστηκε στο πολυτελές μεταξωτό peignoir της, νιώθοντας κομψή και γλαμυρή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store