pegboard
peg
ˈpɛg
peg
board
bɔ:d
bawd

Ορισμός και σημασία του "pegboard"στα αγγλικά

01

τρυπητή πλάκα, πίνακας με γάντζους

a type of board made of perforated hardboard used for organizing tools and other small items 
pegboard definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pegboards
Παραδείγματα
The garage was organized with a pegboard to hang all the tools. 

Το γκαράζ ήταν οργανωμένο με ένα τρυπητό πάνελ για να κρεμάσετε όλα τα εργαλεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pegboard

peg

+

board

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store