Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to peer review
01
αξιολογώ από ομοτίμους, ελέγχω από ομοτίμους
to critically assess or evaluate the work of a colleague, typically in a professional or academic context
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
peer review
γ΄ ενικό πρόσωπο
peer reviews
ενεστώτα μετοχή
peer reviewing
απλός αόριστος
peer reviewed
παθητική μετοχή
peer reviewed
Παραδείγματα
Researchers often peer review each other's papers before publication.
Οι ερευνητές συχνά αξιολογούν από ομότιμους τα άρθρα του άλλου πριν από τη δημοσίευση.
Peer review
01
αξιολόγηση από ομοτίμους, κριτική από ομοτίμους
an assessment made of a scientific or academic research by people who are engaged in the same subject area
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peer reviews
Παραδείγματα
The manuscript underwent rigorous peer review before being accepted for publication in the journal.
Το χειρόγραφο υπέστη αυστηρή κριτική από ομότιμους πριν γίνει δεκτό για δημοσίευση στο περιοδικό.



























