to peer review
peer
ˈpɪə
pie
rev
rɪv
riv
iew
ju:
yoo

Ορισμός και σημασία του "peer review"στα αγγλικά

to peer review
01

αξιολογώ από ομοτίμους, ελέγχω από ομοτίμους

to critically assess or evaluate the work of a colleague, typically in a professional or academic context 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
peer review
γ΄ ενικό πρόσωπο
peer reviews
ενεστώτα μετοχή
peer reviewing
απλός αόριστος
peer reviewed
παθητική μετοχή
peer reviewed
Παραδείγματα
Researchers often peer review each other's papers before publication. 

Οι ερευνητές συχνά αξιολογούν από ομότιμους τα άρθρα του άλλου πριν από τη δημοσίευση.

01

αξιολόγηση από ομοτίμους, κριτική από ομοτίμους

an assessment made of a scientific or academic research by people who are engaged in the same subject area 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peer reviews
Παραδείγματα
The manuscript underwent rigorous peer review before being accepted for publication in the journal. 

Το χειρόγραφο υπέστη αυστηρή κριτική από ομότιμους πριν γίνει δεκτό για δημοσίευση στο περιοδικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store