axiomatic
ax
ˌæk
αικ
io
siə
σια
ma
ˈmæ
μαι
tic
tɪk
τικ
lymphaticprismaticrheumaticschematic

Ορισμός και σημασία του "axiomatic"στα αγγλικά

01

προφανής, αξιωματικός

clearly true and requiring no explanation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most axiomatic
συγκριτικός βαθμός
more axiomatic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
logic, knowledge, truth
Παραδείγματα
It's axiomatic that hard work leads to success. 

Είναι αξιωματικό ότι η σκληρή δουλειά οδηγεί στην επιτυχία.

02

αξιωματικός, θεμελιώδης

pertaining to foundational principles or assumptions used as the basis for reasoning or systems 
Παραδείγματα
The theory is built on axiomatic logic. 

Η θεωρία βασίζεται σε αξιωματική λογική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

axiomatic
axiom
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store