Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
axiomatic
01
προφανής, αξιωματικός
clearly true and requiring no explanation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most axiomatic
συγκριτικός βαθμός
more axiomatic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His loyalty was axiomatic to everyone who knew him.
Η πίστη του ήταν αξιωματική για όλους όσους τον γνώριζαν.
02
αξιωματικός, θεμελιώδης
pertaining to foundational principles or assumptions used as the basis for reasoning or systems
Παραδείγματα
The algorithm follows an axiomatic framework for decision-making.
Ο αλγόριθμος ακολουθεί ένα αξιωματικό πλαίσιο για τη λήψη αποφάσεων.
Λεξικό Δέντρο
axiomatic
axiom



























