Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pecker
01
τσικλιτάρι, ανηβόπουλο
bird with strong claws and a stiff tail adapted for climbing and a hard chisel-like bill for boring into wood for insects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
peckers
02
ράμφος, ράμφος πουλιού
horny projecting mouth of a bird
03
πουλί, πέος
obscene terms for penis
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pecker
peck



























