pear
pear
pɛə
peē
haretarexarelair

Ορισμός και σημασία του "pear"στα αγγλικά

01

αχλάδι, φρούτο σε σχήμα καμπάνας

a sweet yellow or green bell-shaped fruit with a lot of juice 
pear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pears
Παραδείγματα
A juicy pear is a refreshing treat on a hot summer day. 

Ένα ζουμερό αχλάδι είναι ένα δροσιστικό κέρασμα σε μια καυτή καλοκαιρινή μέρα.

02

αχλαδιά, πίρους

Old World tree having sweet gritty-textured juicy fruit; widely cultivated in many varieties 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store