awning
aw
ˈɔ:
aw
ning
nɪng
ning
awing

Ορισμός και σημασία του "awning"στα αγγλικά

01

τέντα, σκίαστρο

a canopy made of canvas to shelter people or things from rain or sun 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
awnings
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store