peacoat
pea
ˈpi:
pi
coat
kəʊt
kewt
picot

Ορισμός και σημασία του "peacoat"στα αγγλικά

01

βαρύ μάλλινο διπλό κουμπωτό σακάκι ναύτη, peacoat

a sailor's heavy woolen double-breasted jacket 
peacoat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
peacoats

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

peacoat

pea

+

coat

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store