peacetime
peace
pis
pis
time
taɪm
taim
pastime

Ορισμός και σημασία του "peacetime"στα αγγλικά

01

περίοδος ειρήνης, χρόνος ειρήνης

a period when a country or the world is not at war 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
During peacetime, the army focuses on training and preparation. 

Σε καιρούς ειρήνης, ο στρατός επικεντρώνεται στην εκπαίδευση και την προετοιμασία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store