Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Peacekeeper
01
πιστόλι του διατηρητή της ειρήνης, όπλο ειρήνης
the pistol of a law officer in the old West
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peacekeepers
02
διατηρητής ειρήνης, μεσολαβητής
someone who tries to stop others from fighting or quarreling
03
ειρηνευτής, στρατιώτης ειρήνης
a member of a military force that is assigned (often with international sanction) to preserve peace in a trouble area



























