Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Payment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
payments
Παραδείγματα
The payment for the painting was more than I could afford.
Η πληρωμή για τον πίνακα ήταν περισσότερο από ό,τι μπορούσα να αντέξω.
02
πληρωμή, καταβολή
the act or process of paying or being paid money
03
ανταπόδοση, ανταμοιβή
an act of requiting; returning in kind
Λεξικό Δέντρο
nonpayment
overpayment
prepayment
payment
pay



























