Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Payment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
payments
Παραδείγματα
His monthly payment for the loan is $200.
Η μηνιαία πληρωμή του για το δάνειο είναι 200 $.
02
πληρωμή, καταβολή
the act or process of paying or being paid money
03
ανταπόδοση, ανταμοιβή
an act of requiting; returning in kind
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
nonpayment
overpayment
prepayment
payment
pay



























