Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pay up
01
πληρώνω, εξοφλώ
to give someone the money one owes
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
pay
ενεστώτας
pay up
γ΄ ενικό πρόσωπο
pays up
ενεστώτα μετοχή
paying up
απλός αόριστος
paid up
παθητική μετοχή
paid up
Παραδείγματα
He borrowed money last month and needs to pay up by Friday.
Δανείστηκε χρήματα τον περασμένο μήνα και πρέπει να ξεπληρώσει μέχρι την Παρασκευή.



























