to pay up
pay
peɪ
pei
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "pay up"στα αγγλικά

to pay up
01

πληρώνω, εξοφλώ

to give someone the money one owes 
Intransitive
to pay up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
pay
ενεστώτας
pay up
γ΄ ενικό πρόσωπο
pays up
ενεστώτα μετοχή
paying up
απλός αόριστος
paid up
παθητική μετοχή
paid up
Παραδείγματα
He borrowed money last month and needs to pay up by Friday. 

Δανείστηκε χρήματα τον περασμένο μήνα και πρέπει να ξεπληρώσει μέχρι την Παρασκευή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store