patriotic
Pronunciation
/ˌpeɪtɹiˈɑtɪk/

Ορισμός και σημασία του "patriotic"στα αγγλικά

01

πατριωτικός

having a strong sense of love, loyalty, and devotion to one's country
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most patriotic
συγκριτικός βαθμός
more patriotic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His speeches were filled with patriotic rhetoric, inspiring citizens to work together for the common good.
Οι ομιλίες του ήταν γεμάτες πατριωτική ρητορική, εμπνέοντας τους πολίτες να συνεργαστούν για το κοινό καλό.

Λεξικό Δέντρο

patriotically
unpatriotic
patriotic
patriot
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store