patrimony
pat
ˈpæt
παιτ
ri
ρι
mo
μα
ny
ni
νι
parsimonypalimony

Ορισμός και σημασία του "patrimony"στα αγγλικά

01

κληρονομιά, πατρική κληρονομιά

a property passed down from a father to his children by right of birth 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
patrimonies
Παραδείγματα
In some cultures, land and property are considered essential components of one's patrimony and are carefully preserved. 

Σε ορισμένες κουλτούρες, η γη και η ιδιοκτησία θεωρούνται βασικά στοιχεία της κληρονομιάς και διατηρούνται προσεκτικά.

02

κληρονομιά, εκκλησιαστική ενίσχυση

a church endowment 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

patrimonial
patrimony
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store